Η αρχή μιας ιστορίας χωρίς τίτλο
Σάββατο, 22 Ιουλίου 2006
Αργά. Αδύναμο φως από ένα πορτατίφ. Μια σκοτεινή μουσική γεμίζει το δωμάτιο. Αναζητώ εκείνους, για να πιάσω μιαν άκρη, να καταλήξω κάπου που δεν ξέρω, που δεν φαντάζομαι καν… Αλλά είναι μακριά…
Κάθε τόσο νόμιζα πώς είχα καταφέρει να βάλω τα πράγματα στο μυαλό μου σε μια σειρά. Σε ένα λογικό ειρμό, όπου το καθετί έχει τη θέση του και το σκοπό του. Μα δεν αργούσε να ‘ρθει ένα βράδυ που πάλι ο ήχος της τρομπέτας θα σερνόταν νωχελικά μέχρι τα κατάβαθα του μυαλού μου και θα έλυνε τις αρθρώσεις της λογικής. Θα σώριαζε το σκελετό της σκέψης μου και θα άπλωνε ένα μαύρο φόντο. Όμως το μαύρο αυτό φόντο σύντομα θα εξαφανιζόταν, για να ξετυλιχτούν πάνω του πολύχρωμα, μαγικά χαλιά να με πάρουν και να με οδηγήσουν στη χώρα του ποτέ και του πουθενά. Κι αν πίεζα το μυαλό μου να αρνηθεί το ταξίδι αυτό, το ήξερα ότι στο τέλος θα ακολουθούσα. Ανεπαίσθητα, ανάλαφρα πηδώντας από χαλί σε χαλί θα πατούσα το πόδι μου στην άλλη όχθη…
Το αίμα φούσκωνε από τη ζέστη, την υγρασία, το αλκοόλ… Μάταια περίμενα ένα ρεύμα να με καλμάρει. Άκουγα κάθε τόσο από το βάθος ένα βούισμα. Κάποιο αυτοκίνητο περνούσε και χανόταν, ασήμαντος ήχος. Δεν έβλεπα καν τα φώτα, γιατί ο δρόμος ήταν κρυμμένος πίσω από δέντρα. Μόνο μπορούσα πάνω από τις κορυφές να διακρίνω το μαύρο της θάλασσας να ανακατεύεται με το σκοτάδι. Έσπαζε μόνο από ελάχιστα διάσπαρτα φώτα, που θα έστηναν για κάποια άλλα μάτια ένα ρομαντικό, καλοκαιρινό βράδυ. Όμως η δική μου έμπνευση είχε απλά τελειώσει, είχε εξαντληθεί. Παρατημένη σ’ ένα τραπέζι στη βεράντα ανάμεσα σε αραδιασμένα εδώ και μέρες βιβλία και παλιόχαρτα γύρω από ένα λάπτοπ. Και κάπου εκεί ένα γυάλινο τασάκι ακόμα μια φορά γεμάτο. Μια πράξη φθοράς ταιριαστή μ’ εκείνα τα ανούσια βράδια, που στοιβάζονταν το ένα μετά το άλλο, όσο πάλευα να βγάλω απ’ το κεφάλι μια ιδέα. Όχι τόσο για να δημιουργήσω μα περισσότερο για να βρω ένα λόγο να συνεχίσω. Τώρα δεν είχα όρεξη πια. Έπεσα στην καρέκλα και μετρούσα το κάθε δευτερόλεπτο βασανιστικά. Το βλέμμα μου καρφώθηκε πάνω σε μια γόπα που έκαιγε αδιάφορα μέσα στο τασάκι. Πήρα την τελευταία τζούρα και το πίεσα δυνατά να σβήσει. Ένα στιγμιαίο διάλειμμα μέχρι το χέρι, το αριστερό – γιατί το δεξί είχε μείνει ακουμπισμένο πάνω στο τραπέζι- να πιάσει ξανά το πακέτο. Έπαιξα για λίγο με το τσιγάρο, το άφησα να κυλήσει. Το στόμα μου είχε στεγνώσει και αποζητούσε κάτι υγρό. Ίσως αυτή η ανάγκη μονάχα μπορούσε να με κουνήσει. Για το ψυγείο. Πάγος, Αβάνα, κόλα, στυμμένο λεμόνι. Μηχανικές, προδιαγεγραμμένες κινήσεις. Προς τα έξω πάλι. Για λίγα δευτερόλεπτα ο χρόνος μου πάγωσε. Βρισκόμουν στην προχωρημένη εκείνη μεθυσμένη αφασία που σε φέρνει βήμα, βήμα στη νάρκωση για να μπορέσεις μόνο έτσι να κοιμηθείς. Μια στιγμή που προσεύχεσαι σιωπηρά, για μια απρόσμενη τροπή. Χωρίς μεγάλη ελπίδα. Αλλά κάπου βαθιά μέσα ξέρεις πώς μπορεί να συμβεί.
Το τηλέφωνο ήταν παρατημένο κι αυτό ώρες, μπορεί μέρες κάτω από ένα παλιό βιβλίο με ποιήματα. Ακούμπησα το ποτό, έσπρωξα το βιβλίο, κοίταξα για λίγο την οθόνη να παρατείνω τη στιγμή. Άγνωστος. Έβαλα το τσιγάρο στο στόμα. Με το ναι το άναψα. Μου είπε να είμαι έτοιμος σε μισή ώρα. Έκλεισα. Δε ρώτησα για πού. Ήξερα βέβαια τη φωνή. Ο τελευταίος άνθρωπος που είχα μιλήσει πριν από τέσσερις, ίσως και πέντε μέρες. Ήπια μια γουλιά. Μια ιδέα ζωντάνιας κατέβηκε μέσα μου. Έμεινα ήρεμος όμως. Μετά από πολλά, αμέτρητα τέτοια βράδια ήξερα να εκτιμώ μια καλή στιγμή. Να την αφήνω να με γεμίσει αργά, χωρίς να τη σπαταλάω με καμία έκφραση. Έβαλα απλά να παίζει εκείνη η τρομπέτα το δικό της μονότονο, διαλυμένο σκοπό. Το μοτίβο ήταν πια περίεργα οικείο, το ένιωθα δικό μου. Και ήθελα να το ακούσω ξανά με την καινούργια μου διάθεση. Τη διάθεση της προσδοκίας.
(Συνεχίζεται στο επόμενο)
Σάββατο, 22 Ιουλίου 2006 at 9:13 μμ
Είναι περίεργο να διαβάζεις σε μια οθόνη αυτό που ζεις αυτή τη στιγμή.. Μέσα σε ένα παρόμοιο σκηνικό,προσθέτοντας μαρτίνι και αφαιρώντας το τασάκι, στην αναζήτηση της πολυπόθητης νάρκωσης -το αλκοόλ δε φαινεται να βοηθάει και πολύ- έπεσα πάνω στον εαυτό μου και τις ελπίδες μου.
Η μαγεία του διαδικτύου υποθέτω..
Κυριακή, 23 Ιουλίου 2006 at 4:06 πμ
Είναι περίεργη σύμπτωση και ωραίο να διαβάζω ότι αναγνώρισες κάτι εδώ. Για μένα αυτή η σκηνή-στιγμή καθορίζεται από ένα αίσθημα ματαίωσης και μια προσδοκία θεραπείας-εκπλήρωσης.
Ξεκινάει από τη λειτουργία της φαντασίας, που είναι, θαρρώ, μια δύναμη με δύο πρόσωπα. Άλλες φορές σε γεμίζει έμπνευση και ζωντάνια και άλλες φορές απογοήτευση, όταν βλέπεις ότι δεν μπορείς να την αγγίξεις, όταν οι εικόνες σου ματαιώνονται. Όμως και οι ίδιες αυτές οι στιγμές της φθοράς έχουν δύο όψεις. Αρχικά της στενοχώριας, της ανίας, εκεί που το σώμα αναζητεί την εύκολη ευχαρίστηση ή τη νάρκωση, έπειτα όμως της κάθαρσης η οποία ξεκινάει ακριβώς από τη σωματική “ευφορία” και ξαναπερνάει στην ψυχή. Μου φαίνεται ότι οι στιγμές αυτές έχουν έναν χαρακτήρα τελετουργικό -άλλωστε είναι από τις λίγες στιγμές που δεν μας νοιάζουν τα όρια της συμπεριφοράς μας, και αφηνόμαστε, χαλαρώνουμε, απο-φορτιζόμαστε.
Το τσιγάρο ή το ποτό είναι απλά χαρακτηριστικά σύμβολα. Ο καθένας έχει τα προσωπικά του μέσα για να “φύγει”. Κι αν δεν σε πιάνει το μαρτίνι, δοκίμασε κάτι πιο δυνατό!
Κυριακή, 23 Ιουλίου 2006 at 7:41 μμ
Ευχαριστώ για τη συμβουλή και για την απάντηση.
Θα συμφωνήσω με το τελετουργικό της φθοράς. Το θετικό του να φτάνεις στον πάτο είναι ότι έπειτα μπορείς να αρχίσεις ξανά την ανάβαση.Όσον αφορά τη λειτουργία της φαντασίας, η εναλλακτική πραγματικότητα που μου προσφέρει, ειδικά κάτι ώρες όπως παραπάνω, είτε αυτή έχει τη μορφή της έμπνευσης είτε του ανεκπλήρωτου, με έχει κυριολεκτικά σώσει.
Πέρα από αυτά η ιστορία πολύ όμορφη. Ο τίτλος μιλάει για “αρχή της ιστορίας”.. Να περιμένουμε και συνέχεια;
Καλό βράδυ
Τρίτη, 25 Ιουλίου 2006 at 3:24 πμ
Το πέρασμα στον κόσμο της φαντασίας αποφορτίζει την πίεση και ελευθερώνει δημιουργική ενέργεια. Αρκεί η ονειρική αυτή αναζήτηση να έχει στηρίγματα στον πραγματικό κόσμο. Να βρίσκεται δηλαδή μια σχέση δημιουργική ανάμεσα στις εικόνες της φαντασίας και τις εικόνες της ζωής, όπου οι δύο κόσμοι πλάθονται σε ένα ενιαίο σύνολο. Αλλιώς το “τελετουργικό” αλλάζει από δύναμη κάθαρσης και έμπνευσης σε αφορμή νάρκωσης. Όμως, από τη μια η ζωή που κάνουμε πνίγει κάπως τη δημιουργικότητα μας, από την άλλη και εμείς φτιάχνουμε λαθεμένες παραστάσεις. Έτσι χάνονται στο μυαλό μας οι συνδέσεις και αποφασίζουμε -παρασερνόμαστε;- να φύγουμε, να χωρίσουμε τον πεζό από τον ποιητικό κόσμο. Και τότε είναι που μπαίνουμε στο δρόμο της αυτο-κατανάλωσης.
Είναι αυτό το σημείο που το πρόσωπο της ιστορίας έχει αγγίξει. Αποζητά ένα κάτι που θα τον κάνει να νιώσει ότι στην πραγματική, την υλική ζωή υπάρχει ένα κομμάτι από την ποιητική ηδονή που κάποτε έχει φαντασιωθεί. Θα αφήσω όμως τη σκέψη εδώ, να αποφύγω κι εγώ να συμπυκνώσω πολλά σε λίγες γραμμές. Υπάρχει πράγματι μια συνέχεια, θα προσπαθήσω να τη σουλουπώσω λίγο και να τη βγάλω τις επόμενες μέρες. Και φυσικά να πω ότι μου αρέσει η κουβέντα, ίσως επειδή τα έχω σκεφτεί πολλές φορές όλα αυτά, αλλά πρώτη φορά βρίσκω μια καλή αφορμή για να τα πιάσω πιο προσεχτικά και να δω πώς τα βλέπουν και άλλοι.