Mutota
Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2006
(Για τα προηγούμενα κλικ εδώ.)
Είχαμε κατηφορίσει μέχρι την είσοδο, έμενε πέντε λεπτά ακόμα ποδαρόδρομος μέχρι την παραλία και εκεί είδαμε δύο, τρία άτομα να κάθονται. Ο Σ. τους είπε κάτι και συνεχίσαμε. Δεν ακολουθήσαμε την άσφαλτο, αλλά ένα μονοπάτι που περνούσε ανάμεσα σε θάμνους. Άκουγα ήδη τα κύμβαλα τα οποία χτυπούσαν μάλλον χαλαρά ακόμα. Κάποιες φλόγες φώτιζαν αδύναμα. Αριστερά προς την παραλία έβλεπα τα διώροφα κτίσματα του ξενοδοχείου, τα παντζούρια κλειστά, είχαν αρχίσει κι αυτά να πέφτουν όπως και οι σοβάδες. Φτάνοντας στο σημείο όπου τέλειωναν τα χτίσματα είδαμε να ανοίγεται καθαρά μπροστά μας η παραλία. Ένα πολύχρωμο πλήθος φωτισμένο από δάδες βρισκόταν άτακτο στην αμμουδιά. Τρεις ψηλοί μαύροι και δύο άλλοι λευκοί με χτυπούσαν κύμβαλα σε διάφορα μεγέθη. Άλλοι χόρευαν, λιγότεροι στέκονταν και μιλούσαν, κάποιοι ξαπλωμένοι στην άμμο ή αραγμένοι σε ψάθινες ξαπλώστρες. Η ανώτερη δύναμη μας είχε κυριεύσει και θέλαμε μόνο να γίνουμε κομμάτι του πλήθος.
Για λίγο κρατηθήκαμε, ίσα να μας οδηγήσει ο Σ. σε ένα παλιό μπαρ στην άκρη της παραλίας, για να συναντήσουμε τον Mutota. Έπρεπε βέβαια να συγκεντρωθεί κάθε ίχνος διαύγειας, να συγκρατήσουμε για λίγο την απίστευτη ορμή που ήδη νιώθαμε να χτυπήσουμε τα σώματα μας στο ρυθμό που δυνάμωνε ολοένα. Τον Mutota δεν τον είχα παρατηρήσει ποτέ προσεκτικά. Εξάλλου αυτοί οι τύποι είναι συνήθως φιγούρες που στέκονται σε σκοτεινές σκηνές κάποιες φορές μέσα σε θολό, βρώμικο αέρα που εμποδίζει τα ακόμα πιο θολωμένα μάτια. Κι έτσι γράφονται στο μυαλό σου σα φιγούρες χωρίς περίγραμμα με ακαθόριστα χαρακτηριστικά. Δεν ξέρω γιατί αλλά εκείνη τη φορά οι αισθήσεις μου ήταν τόσο οξυμένες που τον παρατήρησα καθαρά. Ήταν γύρω στα εξήντα πια. Σχετικά φαλακρός ή σε κάθε περίπτωση με πολύ κοντό ξυρισμένο μαλλί. Μεγάλο, στρογγυλό πρόσωπο, ψηλός και γεμάτος. Το άσπρο διάφανο πουκάμισο που φορούσε ήταν ανοιχτό πάνω από ένα λινό παντελόνι μαζεμένο στις γάμπες. Ήταν ξυπόλυτος. Χαιρέτησε τον Σ. –που όπως διαπίστωσα εκείνη τη στιγμή ήδη γνώριζε- και μετά του συστηθήκαμε και οι άλλοι δύο. Κούνησε το κεφάλι. Σταθήκαμε για λίγο μήπως είχε κάτι να πει και έπειτα κάπως διστακτικά πήγαμε να κινηθούμε προς τη μέση του πάρτι. Μα όπως κάναμε ένα βήμα, απρόσμενα ο Mutota άνοιξε το στόμα και είπε με μια μπάσα νέγρικη φωνή μια περίεργη ακαταλαβίστικη φράση. Κάτι σαν χρησμός που διέσχισε το μυαλό μου και χάθηκε.
Μείναμε για λίγο. Είχαμε σχεδόν λυθεί τη στιγμή που έπεσε αυτή η κουβέντα. Έτσι όπως έκαιγε το αίμα μου πέρασε για ένα δευτερόλεπτο η ιδέα να πιάσω κουβέντα με τον Mutota για αυτό που είπε. Αλλά σε αυτό το δευτερόλεπτο εκείνος είχε εξαφανιστεί πίσω από μια σκούρη μπλε κουρτίνα, την οποία έμεινα να κοιτάζω όπως ακόμα κουνιόταν. Και τότε το μυαλό μου θόλωσε τελείως ή μάλλον άρχισε να ξεφεύγει σε ένα μονοπάτι απίστευτης φαντασίας και άρχισα να βλέπω την κουρτίνα να χορεύει και πάνω της να ζωγραφίζονται περίεργα ακατανόητα σύμβολα.
Στο αυτοκίνητο
Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2006
(Για τα προηγούμενα κλικ εδώ.)
Η αλληλουχία των σιωπηρών αναμνήσεων που είχε καταλάβει τη σκέψη μου διακόπηκε από τον ήχο μιας μηχανής που πλησίαζε. Πίεσα κάπως τον εαυτό μου να μείνει ατάραχος. Το αυτοκίνητο σταμάτησε πλάγια μπροστά μου και τότε είδα ότι στη θέση του συνοδηγού καθόταν ένας ακόμη δικός μου, ο Σ. Από τα ανοιχτά παράθυρα άκουγα δυνατή ηλεκτρονική μουσική. Δεν είχε νόημα να μιλήσω απ’ έξω, οπότε άνοιξα απλά την πόρτα και κάθισα πίσω. Τότε η μουσική χαμήλωσε κάπως, να ετοιμάσει το έδαφος για την επικοινωνία που στην αρχή ήταν μόνο ένα γεια και μέχρι να κλείσω είδα μπροστά στα μάτια μου ένα τρίφυλλο. Η άρνηση μου φάνηκε κάπως απίθανη εκδοχή. Σε μια τέτοια φάση σπάνια βάζεις κάποιο όριο σε κάτι. Το άναψα και κάπνισα για λίγο σιωπηλός. Το ότι δε μιλούσαμε είχε να κάνει με έναν κώδικα που είχαμε αναπτύξει όλα αυτά χρόνια, μια αυτόματη οικονομία του λόγου σε στιγμές όπου τα περισσότερα ήταν αυτονόητα. Ένας ευπρόσδεκτος μινιμαλισμός.
Είχαμε ήδη βγει στον επαρχιακό δρόμο, το τσιγάρο γύριζε. Ο Α. έστριψε προς την κατεύθυνση που οδηγεί στο πιο απομονωμένο κομμάτι της περιοχής. Εκεί όπου δε βλέπεις πολύ κόσμο, ούτε μαγαζιά, ούτε εξοχικά. Για μια στιγμή ξενέρωσα, γιατί μου φάνηκε ότι θα πηγαίναμε σε κανένα δάσος να αράξουμε και να καπνίσουμε μέχρι τελικής πτώσης. Η προοπτική αυτή με έκανε να νιώθω το άγχος ότι θα ζούσα την ίδια ανία και μάλιστα μακριά από το κρεβάτι μου. Το ζήτημα έπρεπε να ξεκαθαριστεί γρήγορα. «Που πάμε;», ρώτησα. «Στο Drive!», μου απάντησε ο Α. Περίεργο. Το Drive ήταν ένα παλιό, ερειπωμένο ξενοδοχείο σε μια ωραία τοποθεσία δίπλα στη θάλασσα. Το πρωί μάζευε κάποιο κόσμο για μπάνιο, αλλά το βράδυ δεν πήγαινε κανείς εκεί. Εκτός αν ήθελε να απομονωθεί. Ρώτησα ουδέτερα χωρίς να φανερώσω τις διαθέσεις μου, αλλά η απάντηση του Σ. με καθησύχασε. Μου αφηγήθηκε μια συνάντηση με τον Α. σε κάποιο υπόγειο μαγαζί στην πόλη. Εκεί μάθανε για ένα περίεργο πάρτι του Mutota στην παραλία πίσω από το Drive. Το νέο είχε διαδοθεί στόμα με στόμα σε κάποιους κύκλους της πόλης. «Όχι σε δεκαοκτάχρονα, όμως…» μου εξήγησε ο Σ. «Γι’ αυτό και το μέρος. Χωρίς ηχεία. Μόνο αφρικάνικα κύμβαλα και η τρομπέτα του Mutota. Είναι ο αποχαιρετισμός του.
Αυτά που είχα ακούσει ήταν ήδη αρκετά. Ρουφούσα πια το τσιγάρο με τη σιγουριά ότι η ουσία θα κυλήσει μέσα στις φλέβες μου για κάποιο λόγο, για ένα νόημα. Θα έβλεπα κάτι καινούργιο. και επιτέλους θα γινόμουν κομμάτι ενός πλήθους, χωρίς να χαραμίζω πια σκέψεις για την προσωπική μου κατάσταση. Ο Mutota ήταν ένας σκοτεινός μουσικός, έπαιζε τρομπέτα σε κάποιο τζαζ συγκρότημα, περισσότερο για το κέφι του. Πιο σπάνια, έβαζε δίσκους σε πάρτι, που οργάνωνε ο ίδιος σε μικρά, άγνωστα μαγαζιά. Αν και λευκός είχε αφοσιωθεί τελευταία –έτσι λέγανε- στην αφρικανική μουσική.
Το αυτοκίνητο σταμάτησε λίγο πριν την παλιά είσοδο. Ο Α. έβγαλε ένα πλαστικό μπουκάλι όπου είχε ήδη αναμίξει την Αβάνα. «Θα πάμε όταν αδειάσει», είπε την ώρα που ο Σ. έσκαγε ακόμα ένα τρίφυλλο. Στο τέλος ο Α. έβγαλε από το ντουλαπάκι μια μικρή μεταλλική θήκη, η οποία περιείχε όπως είπε το επιδόρπιο. Μετά και το επιδόρπιο αισθανόμουν το αίμα σα παραισθησιογόνο χυμό κάποιου εξωτικού δέντρου. Η καρδιά μου σαν αντλία φρόντιζε αδιάκοπα να φτάνει σε κάθε σημείο του σώματός μου. Ένιωθα κάπως σαν ήρωας πριν από κάποια κρίσιμη και ένδοξη μάχη. Τα ήξερα όλα αυτά, όμως. Γι’ αυτό και κρατούσα τον έλεγχο πάνω στο ενθουσιασμό μου. Η πείρα μου έλεγε να ασκείς μια ελάχιστη υπόνοια ελέγχου στον εαυτό σου, όταν είσαι σε αυτή την κατάσταση, και να αφήνεις προσεκτικά τη δύναμη της ενέργειας να σε οδηγήσει χωρίς να την πιέζεις. Αυτός είναι ο δρόμος για την αληθινή τη μυστική απόλαυση.
Tribute to Panagiotis Hadjistefanou
Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2006
Μ΄αυτόν τον τίτλο είχα γράψει πριν από δυο χρόνια ένα κείμενο για τον Παναγιώτη Χατζηστεφάνου σε κάποιο φυλλάδιο. Εκεί είχα πιαστεί με τις αναφορές του στο Rammellzee και το SunRa. Ήταν οι δυο μουσικοί που είχε αναφέρει, όταν έσκασε μύτη ντυμένος εικονοκλαστικά στην τελευταία του εκπομπή στο Fame Story -ναι, εκεί που τα ‘χωσε στη Νάνσι και τη Δάφνη Μπόκοτα.
Ο Παναγιώτης ζει και βασιλεύει λοιπόν και γράφει στη στήλη Σκοτεινός Παντογνώστης στο σάιτ Surlulu, όπου και απαντάει στον πόνο του αναγνώστη. Σήμερα θα πιαστώ με τις απαντήσεις του σε δυο ερωτήσεις που έχουν να κάνουν με τα γράμματα, καθότι πάνω απόλα είμαστε ένα μπλογκ λόγου -κατά το εκπομπή λόγου.
Ερώτηση πρώτη από το Νίκο:
Εχει διαβάσει κανένας ολόκληρο βιβλίο του Τζέημς Τζόυς; Γιατί εγώ, που έχω τελειώσει Φιλοσοφική, δεν καταφέρνω ποτέ να τελειώσω ένα βιβλίο του; Ρωτάω από περιέργεια.
Απάντηση Παναγιώτη (τα bold δικά μου):
Έχω μια απάντηση και γι’ αυτό. Υπάρχουν βιβλία που δεν γράφτηκαν για να διαβάζονται αλλά για να κοιτιούνται. Τα ατενίζεις δηλαδή, με το ίδιο δέος που αισθάνεσαι μπροστά σε ιερογλυφικά, και ταυτόχρονα αναρωτιέσαι αν εκείνος που είχε την υπομονή να τα σκαλίσει ήταν κάποια ανώτερη μορφή ανθρώπου ή απλά ένας ψυχάκιας που δεν έπαιρνε τα φάρμακα του. Φυσικά δεν έχω διαβάσει Τζόυς, και έχω μια υποψία που επιβεβαιώνεται όσο μεγαλώνω, και οι γύρω μου σταματούν να υποκρίνονται ότι τον έχουν διαβάσει. Είναι εκείνη η υποψία που μου λέει ότι δεν τον έχει διαβάσει κανείς ποτέ, απλά όλοι αναπαράγουν τις απόψεις των ψευτών που δηλώνουν ότι έχουν τελειώσει ένα από τα ατελείωτα παραληρήματα του. Και μεταξύ μας, από το να προσπαθείς να αποκρυπτογραφήσεις ένα από τα αλκοολικά ξεσπάσματα του αντιπαθητικού Ιρλανδού, καλύτερα είναι να παπαγαλίζεις ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες. Τουλάχιστον παραμένεις κοντά στο ύφος των βιβλίων του.
Υ.Γ. Παρεμφερή αντi-διαβάσματα είναι ο “Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια” των Ντελέζ και Γκουατάρι, οποιοδήποτε “best seller” του Μπαρούχ Σπινόζα, και το κυριολεκτικά αφόρητο “Η κοινωνία του Θεάματος” του μεθύστακα Γκυ Ντεμπόρ, που αυτοκτόνησε όταν σε κάποιο ξενέρωμα του προσπάθησε να το διαβάσει – το τελευταίο είναι εντελώς ανεπιβεβαίωτη πληροφορία. Αντίθετα, το “Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο” του Μαρσέλ Προυστ, διαβάζεται μονορούφι, μόνο και μόνο για να διαπιστώσεις τελειώνοντας τους 13 τόμους ότι διάβαζες ένα παρατεταμένο Άρλεκιν της Belle Epoque.
Με αφορμή αυτήν την απάντηση η Νόλα ρωτάει:
Ε βρε Παναγιώτη μου,τι του λές του παιδίού για Προύστ?Προτείνω Μπρυγκνέρ “Η μιζέρια του πλούτου”,για αρχάριους τα ¨Μαύρα φεγγάρια του έρωτα” και το καλύτερο του μυθιστόρημα ¨Ο άγιος ζιγκολό¨…Τι λές?Θα ξεπεράσουμε επιτέλους Κούντερα και Έκο?
Η απάντηση του Παναγιώτη:
Για μένα ο Κούντερα είναι ένας ζαβός βαλκάνιος που μου επέβαλλε η θεία Μαλβίνα, θεός σχωρέστην, που είχε εμμονές με αυτά τα πορνοβαλκανικά που βρόμαγαν αριστερίστικη ποδαρίλα. Όσον αφορά τον εφιαλτικό ΄Εκο δεν είναι τίποτε περισσότερο απο μια μουσάτη εκδοχή του αφόρητου Νταν Μπράουν που μας έχει υποβάλλει στο φαινόμενο κώδικα Νταβίντσι. Λυπηρά και αβοήθητα όλα αυτά, παραφιλολογία του κώλου, δεν μπορώ να ασχοληθώ. Έχω κάνει όμως το λάθος να διαβάσω και τους δυο, αλλά ανάθεμα τα καμμένα εγκεφαλικά μου κύτταρα αν θυμάμαι τι σκατά έγραφαν. Ειδικά ο Κούντερα, επειδή ο Έκο τουλάχιστον ήταν κουραστικός και Ιταλός, ενώ ο άλλος, με τα γαμήσια στις εφιαλτικές κωμοπόλεις του Βλαδιβοστόκ, με κομμουνίστριες κατσαρομάλλες σε λόμπι κομμουνιστικών συνεδρίων, ασε, δεν θέλω να ξέρω. Το μεγαλύτερο λογοτεχνικό έργο έχει γραφτεί ούτως ή άλλως, είναι το σενάριο της ταινίας Shortbus του John Cameron Mitchell, οπότε δεν μπορώ να ασχοληθώ με το προβληματάκι κανενός άλλου. Γειά σου τώρα, im getting on the bus.
Παναγιώτης Χατζηστεφάνου, λοιπόν, γιατί μετά την επιστολή (δήθεν) του 13χρονου άρχισα να τρομάζω μπροστά στη λαίλαπα της σοβαροφάνειας και της παπαρολογίας που μας σαρώνει από παντού ντυμένη με το μανδύα της εναλλακτικής-ποιοτικής-κριτικής άποψης.
Έλα, αγόρι μου, κάτσε στα γόνατά μου να σου διαβάσω το Σκοτεινό Παντογνώστη.
Κλώτσησε το γαϊδουράκι
Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2006
Ο αλυσοδεμένος γέροντας
Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2006
“Και είδα να μαζεύουνται ολούθε γύρω ανθρώπινες μορφές με άγριο κλάμα κι οδυρμό του πόνου.”
Ψευδοκηρουλάριου, Αλαλαγμοί και κωάσματα, Τόμος Χ, 13, εδάφιο 5.
Στο Νείλο, το μεγάλο ποτάμο είχα κάτσει κι έγνεθα μαλλί, τη μαγική Αιγυπτία είχα για παρέα. Και είδα τότε εις τον ουρανό σημείο φοβερό και πράγματα μοιραία.
Στ’ αυτιά μου βούιζε μπαλάντα γλυκερή κι απ’ τον ορίζοντα όλο φως μια φούσκα κόντευε γυαλιστερή.
Και είδα μέσα γέροντα γυμνό μ’ άσπρη γενειάδα, ίσα να κρύβει τ’ αχαμνά του που κρεμόντουσαν. Δεμένος καθώς ήταν μ’ αλυσίδες, ραβδί συκιάς εκράταγε στο χέρι.
Και είδα σύννεφα μαβιά να τον κυκλώνουν, ενώ φλαμίγκο κρώζαν σα δαιμονισμένα. Ώσπου με μιας σκοτείνιασαν τα πάντα. Τη φούσκα πάνω λούσανε μεγάλα φώτα πίστας.
Και είδα να μαζεύουνται ολούθε γύρω ανθρώπινες μορφές με άγριο κλάμα κι οδυρμό του πόνου. Φωνάζανε στο γέροντα να βγει, με το ραβδί να τους αγγίξει λίγο. Μα εκείνος δεν μπορούσε και τ’ αχαμνά του έδειχνε ανταυτού.
Κι άκουσα τότε του γέροντα κραυγή με echo δυνατή να αντηχάει. “Τι μου φωνάζετε στα μούτρα, αμαρτωλοί; Εσείς με εξορίσατε! Με δέσατε στη φούσκα αυτή! Τυφλοί, που ήμουνα μπροστά σας, μα χαμπάρι… Δειλοί, παράνομο με κάναν τα τερτίπια σας. Πώς τώρα όλοι εσείς να με γευτείτε μου ζητάτε;”
Και είδα τότε από τον ουρανό θηρίο τρομερό να κατεβαίνει. Σώμα γυναίκας είχε, μα εφτά κεφάλια μέδουσας κι ουρά φιδιού. Και το όνομα του ήταν πόρνη, της Βαβυλώνας ξακουστή.
Και είδα το πλήθος το γέροντα να αφήνει στην οργή του και με της συφοράς αλαλαγμούς να τρέχει χαυνωμένο προς την πόρνη. Κι αυτή χαχάνιζε απάνω στα ταλαίπωρα κορμιά τους.
Και από την ταραχή το βλέμμα έστρεψα αλλού. Και σαν το γύρισα ξανά τα πάντα είχαν χαθεί.
Δίπλα μονάχα το γυμνό της Αιγυπτίας κορμί.
Να το γευτώ, να το γουστάρω, παρέα όπως θα γνέθαμε μαλλί.




