Θεσσαλονίκη
Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2008
Σε μια εκπομπή άκουσα το Ντίνο Χριστιανόπουλο να λέει ότι η Θεσσαλονίκη ήταν πάντα πόλη ακόμα και τότε που η Αθήνα ήταν ένα άθροισμα από… αρβανιτοχώρια. Φυσικά ο Χριστιανόπουλος δεν κάνει reprise της φτηνής λαϊκίστικης Θεσσαλονικιώτικης δημαγωγίας, μιλάει νομίζω πολιτισμικά -όπου πολιτισμός η ζωντανή ιστορία, τα ήθη και τα έθιμα που μαθαίνεις μικρός από τους λίγο μεγαλύτερους που ζουν στον τόπο σου και έχουν με τη σειρά τους κι αυτοί φτιαχτεί από τους παλιότερους. Έτσι άλλωστε δημιουργείται και ο χαρακτήρας μιας πόλης. Άλλο τώρα, αν κάποιες καταστάσεις και κάποια πρόσωπα επάνω μας οδηγούν σε ένα φτηνό, απολίτιστο ξεπεσμό.Φαίνεται όμως ότι ο ξεπεσμός αυτός αρχίζει και επιβάλλεται πάνω στο όποιο πολιτισμικό παρελθόν της πόλης μας.
Είχα γράψει τα παραπάνω πριν από δεν ξέρω πόσο καιρό. Είπα να τελειώνω με τις εκκρεμότητες του μπλογκ και να ποστάρω όλα τα ντραφτς.
Παρέκβαση: Απολαμβάνω τα γκρίκλις… Γουστάρω την αμεσότητα και τη ζωντάνια τους και γουστάρω να φαντάζομαι τις φάτσες όλων, όσοι θέλουν να σώσουν την καθαρή ελληνική. Τα γκρίκλις θα τη σώσουνε σας το λέω.
Σε λίγες μέρες θα κατέβω για λίγο στην πάτρια πόλη, το χόουμ σίτι. Α, ναι τώρα θυμάμαι τα είχα γράψει όταν είχε βγει αυτός ο απίστευτος Ψωμιάδης νομάρχης ξανά. Είναι να γελάει κανείς. Φολκλόρ, φολκλόρ, φολκλόρ. Και δεν θα υπήρχε πρόβλημα, αν ζούσαμε σε κάποιον αιώνα όπου για να πάς στην Ευρώπη έπρεπε να ταξιδεύεις κανά διβδόμαδο με το καράβι ή τον αραμπά. Η πόλη μου βυθίζεται στο mainstream της σε έναν γκλάμουρ επαρχιωτισμό α λα Μολιέρ. Διασκεδαστικός αλλά επικίνδυνος γιατί κάποια στιγμή όταν ξυπνήσουμε από το τρανσάκι μαγαζιά, φαί, διασκέδαση θα δούμε το γκρι να πέφτει και να πλακώνει τα γούστα μας. Θα δούμε ότι τα έτοιμα τελειώσαν και ότι θα πρέπει να αναπτυχθούμε κάπως για να συνεχίσουμε το ωραίο μας λάιφστάιλ, αλλά ότι χάσαμε το τρένο. Ποιος όμως νοιάζεται για έννοιες όπως υποδομή, office space, πάρκα, συγκοινωνία, σχέδιο πόλης και τα τοιαύτα. Όσο εγώ μπορώ να παρκάρω το χ SUV ή ΤΤ ή ξέρω γω στα κανά δυο ιδιωτικά πάρκινγκ στο κέντρο και έπειτα να παστωθώ στα κλασικά τρεντάδικα κάνοντας πως διασκεδάζω, πουλώντας άπλετη μούρη (σε ποιόν άραγε;) όλα οκ.
Αυτός είναι ο ορίζοντας των μέσο- και προς τα πάνω κατοίκων της πόλης. Αυτό είναι το μεντάλιτι. Επαγγελματισμός; Ποιότητα; Τι είναι αυτές οι μαλακίες; Υγιεινή ζωή; Φιλική πόλη; Αυτά είναι για τους μαλάκες. Εδώ μιλάμε για την αποθέωση του στοματικού σταδίου σε όλο του το μεγαλείο. Το ακόρεστο στόμα θηλάζει και ξερνάει ό,τι γουστάρει (βλ. τους διάφορους πολιτικούς παραγοντίσκους της πόλης-περιοχής). Στη σχέση αυτή ανθρώπου και χώρου-περιβάλλοντος με την πλατιά την έννοια, ο Θεσσαλονικέας άνθρωπος είναι αδηφάγος και μάγκας, σταρχιδιστής με επίφαση ποιότητας ζωής.
Α… και για να μην το ξεχάσω εθνικιστής. Σας λένε όλοι διαβάστε ιστορία. Εγώ θα σας την προσφέρω έτοιμη. Η Θεσσαλονίκη ήταν πάντα μια πρωτεύουσα πόλη, όπως λέει και ο Ντίνος. Μόνο όταν το σιδηρούν παραπέτασμα απέκλεισε τη βαλκανική ενδοχώρα από το λιμάνι της έγινε αυτό που είναι σήμερα. Αντί λοιπόν να ορμήσουμε, ναι, ιμπεριαλιστικά άμα λάχει, οργανωμένα όμως και να κατακτήσουμε τα Βαλκάνια, όσο μπορούμε απέναντι στους Φραγκολεβαντίνους (εν μέρει το έχουμε κάνει, αλλά σαν κάπως με μισή καρδιά) λέμε όχι η Μακεδονία είναι ελληνική και όλοι στα όπλα μην έρθουν οι Σκοπιανοί (δηλ. οι Σλαβομακεδόνες) και μας πάρουνε την πάτρια γη. Να κλειστούμε δηλαδή στο καβούκι μας.
Τώρα να δούμε και τη θετική πλευρά, τις κοιτίδες σκέψεις και κουλτούρας που υπάρχουν. Πολύ ωραίες για να κάνω εγώ κι εσύ ψυχοθεραπεία και να νιώθουμε ποιοτικοί, αλλά το επίπεδο μιας κοινωνίας κρίνεται κυρίως στο πώς ζουν οι περισσότεροι και πώς λειτουργεί το σύστημα γενικά. Όχι, αν βγήκε ένας γιατρός, ένας ποιητής, ένας ξέρω γω.
Όπως ένα άτομο, αν αράξει και κλειστεί θα έρθει μια ώρα που θα έχει μείνει πίσω και θα έχει ψυχολογικά και θα τρέχει να βρει δουλειά και το νόημα της ζωής και τέτοια, έτσι και μια κοινωνία μιας πόλης, μιας περιοχής θα πάθει το ίδιο. Και θα δει να πέφτει η ποιότητα παντού και θα οχυρώνεται ολοένα και περισσότερο στην ιδιότυπη χλιδάτη ρέκλα μέχρι κάποιας μορφής αποχαύνωση κοινωνική, πολιτιστική.
Δεν είναι θέμα απαισιοδοξίας. Η ώρα είναι τώρα. Για μένα, για σένα, για αυτή την πόλη. Πολλά μπορούν να γίνουν καλά… αλλά δε βαριέσαι… ας πιούμε κανά φραπέ και βλέπουμε, αδερφέ.
Το ποστάρω έτσι βαριέμαι να το ξαναδιαβάσω.