Χαμέμηλον

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2009

evler2b1

Όταν τη θέση της Αβάνας, που σε συντρόφευε στο βραδινό σου φανταστικό περίπατο, παίρνει σιγά σιγά ένα χαμομήλι αναρωτιέσαι αρχικά αν παραιτείσαι από την επιδίωξη της Transzedenz για να κατασταλάξεις με ασφάλεια στο χώρο των συμβάσεων. Αν όμως έχεις πραγματικά ποτιστεί από την Αβάνα και δεν την έχεις μεταβολίσει, αυτή κυλάει ακόμα στο αίμα σου. Βρίσκεται μέσα σε αυτό το χαμομήλι ή μπορεί κιόλας να είναι αυτό το χαμομήλι. Τότε εύκολα, αβίαστα υπερβαίνεις τον υλικό σου χώρο και πάνω στη μπέρτα του δικού σου Μεφίστο ίπτασαι και θεωρείς βουνά ντυμένα στην ομίχλη, καλυμμένα με πυκνό βαθυπράσινο δάσος, εκεί όπου φύεται το “χαμέμηλον” που ηχεί στ’ αυτιά σου.

Και ντ’ έπαθες χαμέμηλον
Και στέκεις μαρεμένον
Γιαμ η ρίζα σ’ εδίψασεν
Γιαμ ο καρπό σ’ ελάεν
Γιαμ ασά χαμελόκλαδα σ’
Κανέναν εζαλίεν
Νια η ρίζα μ’ εδίψασεν
Νια ο καρπό μ’ ελάεν
Νια ασά χαμελόκαδα μ’
Κανέναν εζαλίεν
Έναν κορίτσ’ κι έναν παιδίν
Ση ρίζα μ’ εφιλέθαν
Εποίκαν όρκον κι όμοισμα
Να μη εφτάν’ χωρισίαν
Ατώρα εχωρίγανε
Γιαμ έχω ασό κρίμαν

Η μαριονέτα

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2008

puppet

Νιώθεις για μια στιγμή μετέωρος. Ένας ηλεκτρικός φόβος σε ανατριχιάζει. Μα έπειτα αιωρείσαι ελεύθερος. Δεν είσαι πλέον μια μαριονέτα. Νόμιζες πριν ότι ήξερες όλες σου τις κινήσεις, τα όρια σου. Τα σχοινιά ήταν οι ερμηνείες σου. Αλλά τώρα τα έχεις κόψει. Μπορείς να κάνεις αυτό που θέλεις.

Άρλεκιν

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2008

Η Αλίνα όταν αγαπούσε, αγαπούσε για πάντα. Πίστευε ότι μπορούσε να ζήσει τον ιδανικό έρωτα μέχρι το θάνατο. Είχε προσπαθήσει να προειδοποιήσει για την απόφαση της, αλλά εκείνος δεν άκουγε. Ο πρώτος της δεσμός είχε κρατήσει έξι χρόνια. Όταν τέλειωσε προσπάθησε να κόψει τις φλέβες της.

Τώρα μετά τη δεύτερη συντριβή της μίλησε το σαρανταπεντάρι. Καθαρά πράματα.

Ντουέντε

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2008

girl-in-chains-2.jpg

Ήπια το ντουέντε σκέτο
χωρίς παγάκια και τα παιξα
ξυπνήσανε σου λέω διαόλια και τριβόλια
και της Παναγιάς τα μάτια
κάπου στις Άνδεις την περνάω και ρουφάω
αβέρτα τους ναρκωτικούς χυμούς
και ρίχνω γύρες μερακλίδικες

Να κι οι πενιές ηλεκτρικές
και τα αλκοόλια εξατμίζονται απ’ τις φλέβες
Θολούρα στο μυαλό, γλυκιά μαστούρα
μέχρι τα μπούνια έχω φτιαχτεί
και δε βλέπω Χριστό παρά μονάχα την πάρτη της

Όπα… καλημέρα
Την άλλη φορά με παγάκια, παρακαλώ

Mutota

Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2006

dark_beach.jpg

(Για τα προηγούμενα κλικ εδώ.)

Είχαμε κατηφορίσει μέχρι την είσοδο, έμενε πέντε λεπτά ακόμα ποδαρόδρομος μέχρι την παραλία και εκεί είδαμε δύο, τρία άτομα να κάθονται. Ο Σ. τους είπε κάτι και συνεχίσαμε. Δεν ακολουθήσαμε την άσφαλτο, αλλά ένα μονοπάτι που περνούσε ανάμεσα σε θάμνους. Άκουγα ήδη τα κύμβαλα τα οποία χτυπούσαν μάλλον χαλαρά ακόμα. Κάποιες φλόγες φώτιζαν αδύναμα. Αριστερά προς την παραλία έβλεπα τα διώροφα κτίσματα του ξενοδοχείου, τα παντζούρια κλειστά, είχαν αρχίσει κι αυτά να πέφτουν όπως και οι σοβάδες. Φτάνοντας στο σημείο όπου τέλειωναν τα χτίσματα είδαμε να ανοίγεται καθαρά μπροστά μας η παραλία. Ένα πολύχρωμο πλήθος φωτισμένο από δάδες βρισκόταν άτακτο στην αμμουδιά. Τρεις ψηλοί μαύροι και δύο άλλοι λευκοί με χτυπούσαν κύμβαλα σε διάφορα μεγέθη. Άλλοι χόρευαν, λιγότεροι στέκονταν και μιλούσαν, κάποιοι ξαπλωμένοι στην άμμο ή αραγμένοι σε ψάθινες ξαπλώστρες. Η ανώτερη δύναμη μας είχε κυριεύσει και θέλαμε μόνο να γίνουμε κομμάτι του πλήθος.

Για λίγο κρατηθήκαμε, ίσα να μας οδηγήσει ο Σ. σε ένα παλιό μπαρ στην άκρη της παραλίας, για να συναντήσουμε τον Mutota. Έπρεπε βέβαια να συγκεντρωθεί κάθε ίχνος διαύγειας, να συγκρατήσουμε για λίγο την απίστευτη ορμή που ήδη νιώθαμε να χτυπήσουμε τα σώματα μας στο ρυθμό που δυνάμωνε ολοένα. Τον Mutota δεν τον είχα παρατηρήσει ποτέ προσεκτικά. Εξάλλου αυτοί οι τύποι είναι συνήθως φιγούρες που στέκονται σε σκοτεινές σκηνές κάποιες φορές μέσα σε θολό, βρώμικο αέρα που εμποδίζει τα ακόμα πιο θολωμένα μάτια. Κι έτσι γράφονται στο μυαλό σου σα φιγούρες χωρίς περίγραμμα με ακαθόριστα χαρακτηριστικά. Δεν ξέρω γιατί αλλά εκείνη τη φορά οι αισθήσεις μου ήταν τόσο οξυμένες που τον παρατήρησα καθαρά. Ήταν γύρω στα εξήντα πια. Σχετικά φαλακρός ή σε κάθε περίπτωση με πολύ κοντό ξυρισμένο μαλλί. Μεγάλο, στρογγυλό πρόσωπο, ψηλός και γεμάτος. Το άσπρο διάφανο πουκάμισο που φορούσε ήταν ανοιχτό πάνω από ένα λινό παντελόνι μαζεμένο στις γάμπες. Ήταν ξυπόλυτος. Χαιρέτησε τον Σ. –που όπως διαπίστωσα εκείνη τη στιγμή ήδη γνώριζε- και μετά του συστηθήκαμε και οι άλλοι δύο. Κούνησε το κεφάλι. Σταθήκαμε για λίγο μήπως είχε κάτι να πει και έπειτα κάπως διστακτικά πήγαμε να κινηθούμε προς τη μέση του πάρτι. Μα όπως κάναμε ένα βήμα, απρόσμενα ο Mutota άνοιξε το στόμα και είπε με μια μπάσα νέγρικη φωνή μια περίεργη ακαταλαβίστικη φράση. Κάτι σαν χρησμός που διέσχισε το μυαλό μου και χάθηκε.

Μείναμε για λίγο. Είχαμε σχεδόν λυθεί τη στιγμή που έπεσε αυτή η κουβέντα. Έτσι όπως έκαιγε το αίμα μου πέρασε για ένα δευτερόλεπτο η ιδέα να πιάσω κουβέντα με τον Mutota για αυτό που είπε. Αλλά σε αυτό το δευτερόλεπτο εκείνος είχε εξαφανιστεί πίσω από μια σκούρη μπλε κουρτίνα, την οποία έμεινα να κοιτάζω όπως ακόμα κουνιόταν. Και τότε το μυαλό μου θόλωσε τελείως ή μάλλον άρχισε να ξεφεύγει σε ένα μονοπάτι απίστευτης φαντασίας και άρχισα να βλέπω την κουρτίνα να χορεύει και πάνω της να ζωγραφίζονται περίεργα ακατανόητα σύμβολα.