Happy hours

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2008

Μετά από ένα, ενάμιση χρόνο καθάρισε η λίστα με τα προς δημοσιεύση ποστ. Θα το γιορτάσω με γάλα και τα τελευταία τσιγαράκια, πριν το ξανακόψω. Κάτσε να μείνω και με  το κοντομάνικο, το τιμημένο σα του Νίκου του Αλέφαντου. Έχει φάει κάπνα, έχει ακούσει κλάψα, κουβέντα ότι γουστάρεις, ταινία, μουσική. Καλά δεν είναι ένα το κοντομάνικο, προς θεού… Θέλουμε να βγάλουμε και καμιά γκόμενα. Αλλά είναι ένα σύμβολο. Κοντομάνικος λοιπόν.

Είμαι εγωπαθής, καθαρά πράματα. Τα σώψυχα είναι η δική μου συμμετοχή στη λαϊκή πάλη, αλλά δε γαμείς που λέει και ο Χάρρυ. Άμα βρεις τον εαυτό σου γίνεσαι και πολιτικός, αν πάλι χαθείς στην αναζήτηση καλύτερα που δε βγήκες στο δρόμο να μπερδέψεις και τους άλλους.

Όταν άρχισα να γράφω αυτό το μπλογκ νόμιζα ότι άρχισα να εκδίδω το νέο περιοδικό επανάσταση στην κουλτούρα και τον πολιτισμό. Με σχολιασμό τις επικαιρότητας φυσικά. Ένας λίγο μεγαλύτερος Αλέξανδρος Ανδρικόπουλος (καλά είμαι πολύ μαλάκας, το χω ξεσκίσει το παιδάκι, που δε φταίει κιόλας, αν μαλακίστηκε η Ελευθεροτυπία… anyway Alex no bad feelings σου τη λέω ίσως γιατί μου θύμισες κάτι από την πάρτη μου, οπότε αυτό μας κάνει λίγο mates, έτσι;). Ένας τύπος λοιπόν που είναι και καλά λίγο πιο ψαγμένος επειδή έχει διαβάσει δυο πενιές Έλιοτ, έχει ακούσει Χριστόδουλο Χάλαρη (είναι ωραίος πάντως), είναι ενημερωμένος, σοβαρός (κατάρα) και προβληματισμένος πάνω στην κοινωνική πραγματικότητα. Ο ιδεατός εαυτός (ωραίες φιλοδοξίες!) που έλεγε και μια φίλη. Αλλά για να κλείσω την παράγραφο με Χάρρυ Κλυνν ξανά: “Καλή αυτή η πολιτιστική πρωτεύουσα, αλλά πολύ στεγνή, ρε παιδάκι μου”

Όλα στη ζωή μπαίνουν σε ένα κόντεξτ. Όσο κι αν την έχουμε τεμαχίσει σε σκατοδουλειά, υποχρεώσεις από τη μια και χαβαλές, φίλοι, διασκέδαση από την άλλη και άλλα υποκουτάκια και υποκουτίδια. Ναι, τ’ ομολογώ η φόρμα, η φόρμα με τσαλάκωσε με περιτύλιξε (αναγκαία η χρήση του περί-, εδώ γύρω ολούθε που έλεγε και ο τρελο-Μπρίλης Γκιωνάκης). Όντως έκανα πράματα σε μια ποικιλία σπάνια, αλλά η αδημονία με τη μία να ρουφήξω το κάθετι δε μου άφηνε χρόνο να τα νιώσω, να τα χωνέψω. Διάβασα αυτό έγινα αυτό, άκουσα εκείνο είμαι εκείνο, μου αρέσει η χ γκόμενα έγινα αλτέρνατιβ ή σοφιστικέ ή ρεμπέτης ή ξέρω γω.

Σε αυτό το κόντεξτ ενός ιδεατού λαϊτμοτίφ η κάθε μου λέξη τσαλακωνόταν μέσα σε ένα χρυσό ραπ απ και εντέλει το προϊόν κάτι σαν όλα τα άλλα. Από την ανάπλαση των παίδων μέχρι τις εκπομπές λόγου. Και οι νευρωτικές κρίσεις σβήνω, γράφω τι θα πουν οι άλλοι (ποιοι αλήθεια;), λίγο σαν αδερφή που λεκιάστηκε το πουκαμισάκι της.

Πριν προλάβω το μπάστα όμως, έκατσα, τα παιξα… παραιτήθηκα. Ήταν ένα πρωί μετά από 5-6 ουίσκια και 2-3 τζιν τόνικ σκέτα χωρίς πάγο που είπα την ατάκα “Αν θέλεις να εξαφανιστώ, εξαφανίζομαι εδώ και τώρα και δε με ξαναβλέπεις”. Μου είπε χαλαρά ότι δεν υπάρχει λόγος να εξαφανιστώ γιατί είμαστε φίλοι. Right. That’s what I was looking for.

Όταν γύρισα σπίτι γύρω 6 και αφού πλακώθηκα 2 ώρες στο Civilization II είχε έρθει η ώρα να πέσω να πεθάνω. Φυσικά τότε δεν καταλάβαινα και τα είχα πάρει με τον εαυτό μου, γιατί θεωρούσα ότι έκανα μαλακία κίνηση. Θα επιστρέψω στο σημείο αυτό. Έπεσα λοιπόν στο κρεβάτι μου βιώνοντας την απόλυτη αφυδάτωση, ψυχική αφυδάτωση. Παλία που ήμουν άνθρωπος του θεού κάτι τέτοιες ώρες έφερνα στο μυαλό μου τον καλό Χριστούλη που έχυσε το αίμα του για να ξεπλύνει τις αμαρτίες του κόσμου. Τώρα όμως που είχα πάψει να αντιλαμβάνομαι το αίμα του Χριστούλη ως ιαματικό λουτρό ένιωθα ένα παγωμένο σύστημα ατόμων και κενού να με περικλείει και κάτι σοβιετικές μηχανές να αγκομαχάνε στο μπαγκράουντ.

Παλιότερα όταν ήμουν in the blues κατεύφευγα σε μια ψιλοκαινούργια θεωρητική κατασκευή, κάτι είχα κάνει λάθος στη φόρμα και γιαυτό είχα εξωκοίλει μπλα μπλα μπλα. Τώρα όμως είχαν τελειώσει περίπου όλες. Δεν υπήρχε άλλη πρόχειρη. Πες μια να σου πω αν δεν την έχω δοκιμάσει. So that was the end.

Αυτή η ηρωική και βαθιά δραματική στιγμή είναι το πέσιμο της αυλαίας του χαρωπού βαριετέ ενός καλο- κακομαθημένου τέκνου της μεσαίας νεοελληνικής τάξης με εκπαιδευτικές ευαισθησίες. Η οχύρωση μου ήταν μια κρούστα, μια επιφάνεια κάτω από την οποία υπήρχε απλά το φαράγγι για τον Τάρταρο κοινώς το τίποτα.

Αυτή είναι και η ουσία της αφυδάτωσης. Όχι τελικά η όποια μαλακία της ατάκας (ποιος δεν αυνανίστηκε εν τέλει), αλλά η αβάσταχτα λάιτ κατασκευή του “I disappear” που ισοπεδώνεται από την εξίσου χαρωπή κατασκευή της ατάκας “always open for new friends”. Lightness εις την νιοστή. Ελαφρότης ισοπεδωτική ενός ντεμεκ πολυσύνθετου ψυχοπνευματικού κατασκευάσματος (επιρροή από Γιανναρά, αθάνατος! και κολλημένος στην ορθόδοξη μεταρρύθμιση που ποτέ δεν έγινε).

Σαν το τέλος του επίπεδου κόσμου φανερά πια τα όρια του γράψε, σβήσε, γίνε λογοτέχνης, δημοσιογράφος, ιν, άουτ, γκολ, οφσαϊντ. Γινε κάτι, υιοθέτησε κάτι, κάνε αυτό, εκείνο το άλλο. Ο μεγάλος δικτάτορας. Στο ζεν δεν φτάνεις με το να σκέφτεσαι λέει ο Ντόγκεν, ο ζεν μάστερ. Φτάνεις με το να υπερβείς τη σκέψη. Και πώς την υπερβαίνεις ρε μεγάλε, του λέει ο μαθητής του. Και απαντάει ο ζεν μάστερ, πηγαίνοντας πέρα από τη σκέψη. Φέξε μου και γλίστρησα από τη μια, αλλά πάνσοφο από την άλλη.

Να τος πάλι ο καταραμένος πειρασμός. Έλα Κηρουλάριε, φάρε του πνεύματος, βγάλε τσακ πατ ένα συστηματάκι για να γίνει η ζωή μας τέλεια και χωρίς έγνοιες. Μπάστα! Σάσα Μπάστα (δεν το κάνω για να ανεβάσω την επισκεψιμότητα). Όχι, λέει ο Κηρουλάριος… Εν οίδα ότι ουδέν οίδα. Α, ρε Σωκράτη σούπερ σταρ!

Άντε κοίτα λιγάκι τη δουλειά σου, ασχολήσου χαλαρά με το κορίτσι, κάνε και λίγη γυμναστική… γράφε και κανά ποστάκι. Δε βιαζόμαστε.

Αδηφάγε Θεσσαλονικεύ!

Κείνο το βράδυ

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2008

“Κείνο το βράδυ δεν είπαμε τ’ αντίο
κι ακόμα περιμένω στο ίδιο το θρανίο
εδώ, εδώ Πολυτεχνείο
εδώ, εδώ Πολυτεχνείο”

Οκ, τώρα αν σας πω ότι το ποστ αυτό το ετοίμαζα με αφορμή τη γιορτή του Πολυτεχνείου το 2006, ίσως καταλάβετε τι πάει να πει (χαμένη) μάχη με το procrastination (άτακτη φυγή δυνάμεων τύπου Ματζικέρτ 1071). Αναβλητικότις, αναβλητικότητος και άγιος ο θεός. Ηθικό δίδαγμα, όποιος είναι αναβλητικός δημοσιεύει ποστ για το πολυτεχνείο μήνα Φεβρουάριο. Φεβρουάριο έχουμε, έτσι;

Μπορώ να το κάνω επίκαιρο εύκολα όμως. Θα του δώσω ένα θέμα. Δεν είναι τρίμπιουτ στο πολυτεχνείο αλλά μια σπόντα για αυτό που λένε “δυναμικό ρεαλισμό”. Αυτή την έννοια λοιπόν την είχα διαβάσει για πρώτη φορά στην είσαγωγή του Δημήτρη Γληνού στο “Σοφιστή” του Πλάτωνα. Δυναμικός ρεαλισμός είναι η προσαρμογή στοιχείων του παρελθόντος στο μοντέρνα ζωή. Πχ. λέει ο Γληνός, αν φορούσαμε χλαμύδες, θα ήμασταν γραφικοί. Αν όμως κάποιος σχεδιαστής μόδας προσάρμοζε κάτι από το αρχαιοελληνικό στυλ σε σύγχρονες γραμμές, θα έβγαζε ρούχο μοντέρνο και ευφάνταστο, κουλ να το πούμε.

Παιδιά, αυτό το θυμήθηκα το περασμένο καλοκαίρι όταν έβλεπα τις γκόμενες να κυκλοφορούν με αυτό το στυλ φορέματος μέχρι το μπούτι, με ζώνη στη μέση και κάπως φαρδύ από κάτω με πιο στενό τελείωμα, α και με ραβδώσεις λεπτές τύπου χιτώνος. Σύμφωνοι οι περιγραφές ρούχων δεναι το φόρτε μου. Αυτό το υπέροχο πάντρεμα Γληνού, κλαμπ και μηρών ήταν πάντως για μένα η απόδειξη της συνέχειας του ελληνισμού. Αλλά τώρα ποιος να κουράζεται να συνθέτει. Φολκλοράκι και αμερικανιά, άνετα πράματα, έτοιμα.

Τα ίδια και με την ελληνική παιδεία στα σχολία. Ταρατατζούμ ο Κολοκοτρώνης, πάλι καλά που δε μας ντύνουν και τσολιαδάκια πια, άντε η παρέλαση με τα εμβατήρια, βάλε και μια γιορτή πολυτεχνείο να καλυφθεί και η κοινωνική αγωνιστικότητα και είμαστε κομπλέ. Και μετά μας πήρε ο ύπνος. Η νεολαία και μπλα μπλα μπλα. Λοιπόν ήθελα να γράψω για μια φανταστική γιορτή που κάναμε το 1996 στο σχολείο και περάσαμε πάρα πολύ καλά. Μετά θα πώ και τι μου έμεινε.

Η στροφή επάνω είναι από ένα τραγούδι που λέγαμε σε κείνη τη γιορτή. Την ετοιμάζαμε μέρες, βδομάδες, με πρόβες και πρόβες, συμμετείχαμε όλοι από την τάξη, κανένας δεν είχε μείνει απέξω. Βασικό έτσι, δε μαζεύτηκαν πέντε φλώρια και μια χορωδία. Όλοι στη σκηνή για μια περίπου ώρα σ’ ένα ιδιότυπο θεατρικό με αφήγηση ιστορική, εμβόλιμες προβολές και τα τραγούδια, σα χωρικά διαλείμματα. Κάτω από της οδηγίες ενός εκπληκτικού δάσκαλου, του φιλόλογου Σ. Κ. Ο άνθρωπος πέρα από τις απίστευτες γνώσεις του και την εμπεδομένη δημοκρατική του φιλοσοφία (θες πες τον αριστερό) είναι ένα πολιτικό ον παρ εξελάνς. Άφησε το υλικό της ιστορίας αυτής να μιλήσει χωρίς κλισέ, μας έβαλε μέσα στο πράγμα. Χωρίς παρωπίδες οι αριστεροί, οι δεξιοί κλπ. Αυτά είναι τα γεγονότα, σύνθετα, πλούσια όχι πακεταρισμένα, άστα μέσα σου να δουλευτούν, παίξε μπάλα.

Ασυναίσθητα. Εμείς αυτό που κάναμε ήταν να ετοιμάζουμε κείμενα, να βρίσκουμε τραγούδια, να στηνόμαστε και να κάνουμε χαβαλέ πάνω στη σκηνή, να πηγαίνουμε Σάββατα(!) παραπάνω από οικειοθελώς να προβάρουμε και μετά να βγαίνουμε έξω. Και στη γιορτή σκοτάδι, φως, σλάιντς… είχαμε φτιάξει ένα σωστό σόου και πέρασε καλά και το ακροατήριο. Το ποσοστό αυτών που κοιμήθηκαν ήταν δραστικά μικρότερο από άλλες φορές. Το κορυφαίο ότι αρκετοί ήρθαν μας ρώτησαν πράγματα, άλλοι συμφωνούσαν με κάτι, άλλοι διαφωνούσαν… ωραία κουβέντα.

Τι μου έμεινε; Αυτό το αλισβερίσι. Η διαδραστικότητα να το πούμε ως επιστήμονες. Δέσαμε γύρω από τη γιορτή και κάτι έμεινε από την αύρα των γεγονότων. Όχι, όμως αυτό το ξερό της αντιγραφής, αδερφέ μου. Αλλά του τύπου την ψάχνουμε τη φάση στο σήμερα. Άλλες εποχές, αλλά κάτι έχουμε να πούμε κι εμείς. Όχι έχοντας απέναντί μας τανκς και ένστολους άλλα κάτι μπορούμε να κάνουμε καλύτερο. Φυσικά δεν είναι από μια γιορτή που γίναν όλα αυτά. Αλλά είναι ένα στοιχείο. Βλέπω άτομα από εκεί και χαίρομαι γιατί είναι άτομα που σκέφτονται. Που ανήκουν στις νησίδες.

Ας το κάνω ακόμα πιο επίκαιρο. Περάσαμε μια χρονιά όπου το επαναστατικό κομμάτι της νεολαίας κατέφυγε στο αγωνιστικό φολκλόρ. Δρόμος, πανώ και πολιτικό ταρατατζούμ πέρα για πέρα εκτός εποχής. Στη φόρμα συνεχιστές της παράδοσης, στην ουσία ανεπίκαιροι. Τι άλλο να κάνουμε θα μου πεις; Μα ας κάτσουμε να σκεφτούμε. Στ’ αλήθεια δεν μπορούμε να σκεφτούμε τίποτα καινούργιο;

Για να δούμε το είπαμε ή δεν το είπαμε τελικά το αντίο; Υπάρχει χώρος για μια μοντέρνα γενιά ή αυτή ανήκει ήδη στον Αλαβανοτσίπρα από τη μια και στο τρέντυ δαπιτοπασπίτικο λάιφ στάιλ από την άλλη;

Φράγκοι πατήσαν το Μωριά

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2008

Από το άλμπουμ “Αδέσποτα σκυλιά” του Μήτσου Πουλικάκου

Φράγκοι καβαλαραίοι, σιδερόφραχτοι ρημάξαν το Μωριά
Ναύπλιο, Δημητσάνα, Τρίπολη μέχρι και τη Μονεμβασιά
Κινήσαν τους Άγιους Τόπους -δήθεν- να ελευθερώσουνε
Και ανταυτού την Πελοπόννησο εύκαιρη βρήκαν να σκλαβώσουνε
Ναΐτες, σταυροφόροι, σκατόφατσες Καταλανοί
Λεηλάτησαν τα μέρη μας, την πάτρια γη
Ήσανε κάθε καρυδιάς καρύδι
Χαλάσανε το Άργος, το Μυστρά, το Παλαμίδι

Χτίσανε τα κάστρα τους σε μέρη αψηλά
τους άρεσε ως φαίνεται η θέα ήταν ωραία
πάνω σε λόφους και σε πράσινες πλαγιές
παρέα και με ντόπιες ομορφιές
πλιάτσικο κι υποταγή για τους αυτόχθονες
πράγματα καθημερινά
φορολογία βαριά στο βιός τους
όλα φυσιολογικά
Βυζάντιο γαρ μεσαίων, δύσκολα σκοτεινά τα χρόνια
και ως εκ τούτου συνηθισμένα τα βουνά στα χιόνια

Οι πρίγκηπες βέβαια ως συνηθίζουν το γλεντάγανε
έτσι και τότε άλλοι δουλεύανε γι’ αυτούς
κι οι ακτήμονες  στέναζανε

Αυτή είν’ της ανθρωπότητας όλη η ιστορία
όπου φτωχός κι η μοίρα του
μεγάλη αμαρτία
της ειμαρμένης είλωτες χωρίς διαμαρτυρία
κι ο γάμος κι αυτός συνήθως μια κηδεία

Κι όμως
Τους παρθενώνες ανώνυμοι τους χτίσανε εργάτες
κι όχι ο Περικλής
Άνωνυμοι εργάτες και τις πυραμίδες και όχι βέβαια ο Ραμσής

Μα που και που ευτυχώς κάποια ψυχή επαναστατεί
χωρίς κι αυτή να ξέρει το πώς και το γιατί
κι αλλάζει έστω για λίγο η ιστορία
κι ο άνθρωπος ξαναθυμάται τι πάει να πει ελευθερία

Αυτά λοιπόν κι εγώ ειρήσθω εν παρόδω είχα να σας πω
αυτά τα ολίγα να σας υπενθυμίσω
και μ’έναν εις την μούρην ασπασμόν
προς το παρόν ας σας αφήσω

South Park v. Titus Andronicus

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2008

Διάβασα στο λήμμα της Wikipedia για το επεισόδιο του South Park “Scott Tenorman Must Die” ότι η υπόθεση του είναι χαλαρά βασισμένη πάνω στην τραγωδία του Shakespeare, Titus Andronicus

Η υπόθεση της τραγωδίας.

Εντάξει είμαι κουλ και μοντέρνος σαν το Τζίμι Πανούση, αλλά οι ανθρώποι είναι ανώμαλοι. Όπως ασφαλώς και ο Σέξπιρ, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα. Επίσης, δε με απασχολεί η διαπαιδαγώγηση, δεν έχω άποψη. Απλά τώρα αισθητικά το κρίνω. Ρε φίλε, βάζεις το δεκάχρονο παιδάκι να κάνει κέτσαπ με το αίμα των γονιών του συμμαθητή του που του τη σπάει. Καλά, φοβερό γέλιο, γελάω ακόμα.

Ψιλοκολώνω τώρα που τα γράφω όλα αυτά, γιατί θυμάμαι κι εκείνη την επιστολή του 13χρονου στην Ελευθεροτυπία με το Μενέλαο Λουντέμη και τρέμω τη ρετσινιά του παραδοσιακού. Όχι, παιδιά ποστ-μόντερν είμαι, νοτ τραντίσιοναλ. Αυτοτιτλοφορούμαι. Απλά με κούρασε λίγο η μαλακία. Εντάξει έχει και καλά επεισοδιάκα το South Park απλά στη βάση του πρόκειται για μια απλή καφρίλα. Όπως και το JackAss. Δηλαδή ήδη είμαι σε μια άλφα φάση, δε θέλω να φανταστώ ότι στο επόμενο στάδιο θα πρέπει να αυτοτραυματίζομαι ή να κάνω τσίλι με αίμα για να βρίσκω κάποιο θριλ.

Προτιμώ εκείνη την άδολη φαντασίωση που είχα όταν ήμουν έφηβος ακόμα. Παρτούζες με τοπ-μόντελς, ρουφώντας κοκαΐνες.

Είμαι τελικά λίγο παλιομοδίτης.

Θεσσαλονίκη

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2008

Σε μια εκπομπή άκουσα το Ντίνο Χριστιανόπουλο να λέει ότι η Θεσσαλονίκη ήταν πάντα πόλη ακόμα και τότε που η Αθήνα ήταν ένα άθροισμα από… αρβανιτοχώρια. Φυσικά ο Χριστιανόπουλος δεν κάνει reprise της φτηνής λαϊκίστικης Θεσσαλονικιώτικης δημαγωγίας, μιλάει νομίζω πολιτισμικά -όπου πολιτισμός η ζωντανή ιστορία, τα ήθη και τα έθιμα που μαθαίνεις μικρός από τους λίγο μεγαλύτερους που ζουν στον τόπο σου και έχουν με τη σειρά τους κι αυτοί φτιαχτεί από τους παλιότερους. Έτσι άλλωστε δημιουργείται και ο χαρακτήρας μιας πόλης. Άλλο τώρα, αν κάποιες καταστάσεις και κάποια πρόσωπα επάνω μας οδηγούν σε ένα φτηνό, απολίτιστο ξεπεσμό.Φαίνεται όμως ότι ο ξεπεσμός αυτός αρχίζει και επιβάλλεται πάνω στο όποιο πολιτισμικό παρελθόν της πόλης μας.

Είχα γράψει τα παραπάνω πριν από δεν ξέρω πόσο καιρό. Είπα να τελειώνω με τις εκκρεμότητες του μπλογκ και να ποστάρω όλα τα ντραφτς.

Παρέκβαση: Απολαμβάνω τα γκρίκλις… Γουστάρω την αμεσότητα και τη ζωντάνια τους και γουστάρω να φαντάζομαι τις φάτσες όλων, όσοι θέλουν να σώσουν την καθαρή ελληνική. Τα γκρίκλις θα τη σώσουνε σας το λέω.

Σε λίγες μέρες θα κατέβω για λίγο στην πάτρια πόλη, το χόουμ σίτι. Α, ναι τώρα θυμάμαι τα είχα γράψει όταν είχε βγει αυτός ο απίστευτος Ψωμιάδης νομάρχης ξανά. Είναι να γελάει κανείς. Φολκλόρ, φολκλόρ, φολκλόρ. Και δεν θα υπήρχε πρόβλημα, αν ζούσαμε σε κάποιον αιώνα όπου για να πάς στην Ευρώπη έπρεπε να ταξιδεύεις κανά διβδόμαδο με το καράβι ή τον αραμπά. Η πόλη μου βυθίζεται στο mainstream της σε έναν γκλάμουρ επαρχιωτισμό α λα Μολιέρ. Διασκεδαστικός αλλά επικίνδυνος γιατί κάποια στιγμή όταν ξυπνήσουμε από το τρανσάκι μαγαζιά, φαί, διασκέδαση θα δούμε το γκρι να πέφτει και να πλακώνει τα γούστα μας. Θα δούμε ότι τα έτοιμα τελειώσαν και ότι θα πρέπει να αναπτυχθούμε κάπως για να συνεχίσουμε το ωραίο μας λάιφστάιλ, αλλά ότι χάσαμε το τρένο. Ποιος όμως νοιάζεται για έννοιες όπως υποδομή, office space, πάρκα, συγκοινωνία, σχέδιο πόλης και τα τοιαύτα. Όσο εγώ μπορώ να παρκάρω το χ SUV ή ΤΤ ή ξέρω γω στα κανά δυο ιδιωτικά πάρκινγκ στο κέντρο και έπειτα να παστωθώ στα κλασικά τρεντάδικα κάνοντας πως διασκεδάζω, πουλώντας άπλετη μούρη (σε ποιόν άραγε;) όλα οκ.

Αυτός είναι ο ορίζοντας των μέσο- και προς τα πάνω κατοίκων της πόλης. Αυτό είναι το μεντάλιτι. Επαγγελματισμός; Ποιότητα; Τι είναι αυτές οι μαλακίες; Υγιεινή ζωή; Φιλική πόλη; Αυτά είναι για τους μαλάκες. Εδώ μιλάμε για την αποθέωση του στοματικού σταδίου σε όλο του το μεγαλείο. Το ακόρεστο στόμα θηλάζει και ξερνάει ό,τι γουστάρει (βλ. τους διάφορους πολιτικούς παραγοντίσκους της πόλης-περιοχής). Στη σχέση αυτή ανθρώπου και χώρου-περιβάλλοντος με την πλατιά την έννοια, ο Θεσσαλονικέας άνθρωπος είναι αδηφάγος και μάγκας, σταρχιδιστής με επίφαση ποιότητας ζωής.

Α… και για να μην το ξεχάσω εθνικιστής. Σας λένε όλοι διαβάστε ιστορία. Εγώ θα σας την προσφέρω έτοιμη. Η Θεσσαλονίκη ήταν πάντα μια πρωτεύουσα πόλη, όπως λέει και ο Ντίνος. Μόνο όταν το σιδηρούν παραπέτασμα απέκλεισε τη βαλκανική ενδοχώρα από το λιμάνι της έγινε αυτό που είναι σήμερα. Αντί λοιπόν να ορμήσουμε, ναι, ιμπεριαλιστικά άμα λάχει, οργανωμένα όμως και να κατακτήσουμε τα Βαλκάνια, όσο μπορούμε απέναντι στους Φραγκολεβαντίνους (εν μέρει το έχουμε κάνει, αλλά σαν κάπως με μισή καρδιά) λέμε όχι η Μακεδονία είναι ελληνική και όλοι στα όπλα μην έρθουν οι Σκοπιανοί (δηλ. οι Σλαβομακεδόνες) και μας πάρουνε την πάτρια γη. Να κλειστούμε δηλαδή στο καβούκι μας.

Τώρα να δούμε και τη θετική πλευρά, τις κοιτίδες σκέψεις και κουλτούρας που υπάρχουν. Πολύ ωραίες για να κάνω εγώ κι εσύ ψυχοθεραπεία και να νιώθουμε ποιοτικοί, αλλά το επίπεδο μιας κοινωνίας κρίνεται κυρίως στο πώς ζουν οι περισσότεροι και πώς λειτουργεί το σύστημα γενικά. Όχι, αν βγήκε ένας γιατρός, ένας ποιητής, ένας ξέρω γω.

Όπως ένα άτομο, αν αράξει και κλειστεί θα έρθει μια ώρα που θα έχει μείνει πίσω και θα έχει ψυχολογικά και θα τρέχει να βρει δουλειά και το νόημα της ζωής και τέτοια, έτσι και μια κοινωνία μιας πόλης, μιας περιοχής θα πάθει το ίδιο. Και θα δει να πέφτει η ποιότητα παντού και θα οχυρώνεται ολοένα και περισσότερο στην ιδιότυπη χλιδάτη ρέκλα μέχρι κάποιας μορφής αποχαύνωση κοινωνική, πολιτιστική.

Δεν είναι θέμα απαισιοδοξίας. Η ώρα είναι τώρα. Για μένα, για σένα, για αυτή την πόλη. Πολλά μπορούν να γίνουν καλά… αλλά δε βαριέσαι… ας πιούμε κανά φραπέ και βλέπουμε, αδερφέ.

Το ποστάρω έτσι βαριέμαι να το ξαναδιαβάσω.